Οι Kollektiv Turmstrasse αντλούν τις εμπνεύσεις τους από τους ανθρώπους γύρω τους, ζούν και κατάγονται απο το Αμβούργο που ως τόπος, έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τη μουσική τους. Μη προσπαθήσεις να χαρακτηρίσεις εύκολα το είδος τους. Απο το 2004 έως και σήμερα, φτιάχνουν μουσική για το παρόν και για την αιωνιότητα, για εσωτερικούς αλλά και εξωτερικούς χώρους, για ψυχαγωγία και για clubbing, για σένα και για μένα. Κυκλοφορίες του διδύμου των Nico Plaggemann και Cristian Hilscher θα βρείς σε ετικέτες όπως η Traum, η Connaisseur, η Diynamic, η Cocoon και η Ostwind. Το μέγεθος του ονόματος τους μπορείς να διαπιστώσεις και μόνος σου το βράδυ της 3ης Νοεμβρίου, οπότε και θα βρεθούν στο Club INBOX στην Αθήνα, υπό την φιλοξενία και τη σκέπη της δικής μας καταξιωμένης KLIK Records. Το "W Music Radio" θα είναι εκεί, Join us !
Μέσα σε ένα κυκεώνα κυριολεκτικά μουσικών κυκλοφοριών, προσπαθούμε να ξεδιαλέξουμε έστω και καθυστερημένα τα τραγούδια που είναι ικανά να αφήσουν τη δική τους εποχή στα μουσικά είδη που το "W Music Radio" πραγματεύεται. Τα τραγούδια που όταν μετά απο καιρό ξανακούσεις, θα σε κάνουν να νιώσεις την ίδια ανατριχίλα, την ίδια συγκίνηση, την ίδια ακριβώς ανάταση που αισθάνθηκες όταν τα πρωτοάκουσες. Αν και καθυστερημένα, θέλησα σήμερα να σου μιλήσω για τους Young Uknowns. "Νέοι και Άγνωστοι" λοιπόν, ηθελημένα ή οχι άγνωστοι, σημασία έχει οτι μας ανάγκασαν να ασχοληθούμε μαζί τους με την θετική-δημιουργική έννοια πάντοτε. Έρχονται απο την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, όπως άλλωστε και τα περισσότερα συγκροτήματα του είδους για να μας τραγουδήσουν "Far Enough", το τραγούδι που ξεχώρισε καταφανώς απο το EP που βρίσκεται ήδη προς πώληση σε ηλεκτρονικά κυριώς μέσα.
Οι "Young Uknowns" δημιουργήθηκαν στο Μπούκλυν απο την Meredith Meyers η οποία «κουβαλούσε» το μικρόβιο της Indie μουσικής απο τα εφηβικά της χρόνια, ξεκινώντας στην Οκλαχόμα με προσωπικές παραγωγές και φτάνοντας μέχρι και το σήμερα όπου σχημάτισε την εν λόγω τετραμελή μπάντα. Στη ντράμς ο Matt Artbeiter, ο Mike MacAllister στη κιθάρα και ο Brian Percivall στο μπάσο, συνθέτουν μία μπάντα που μου θύμησε ήχους και στίχους που ακούγαμε τη δεκαετία του 90' ενδεδυμένους πλέον με ένα Indie πέπλο απο το σήμερα. Ομολογώ ένας όμορφος συνδυασμός και καθόλου πληθωρικός ή υπερβάλον. Τα κιθαριστικά riffs και η αισθησιακή φωνή, απο μια τραγουδίστρια που φαίνεται πως διεκδικεί και παίρνει τον ρόλο του ηγέτη στο συγκρότημα, είναι τα χαρακτηριστικά του πρώτου EP (Extended Play) των Young Uknowns. Μια έξυπνα φερμένη πρώτη γεύση απο ένα άλμπουμ που θα περιμένουμε με ανυπομονησία να ακούσουμε να συνεχίζει το μυστηριακό και δυναμικό ταξίδι που μόλις ξεκίνησε. ENJOY M.A.
Με την ευκαιρία της δυνατότητας για Blogging που μας δίνει η σελίδα του "W Music Radio" θα ήθελα να παραθέσω σύντομα μερικές σκέψεις που αφορούν τις κριτικές για τη μουσική. Η προσπάθεια που γίνεται σε αυτή τη σελίδα για παρουσίαση νέων κυκλοφοριών, πάντα κατά τη γνώμη και την αισθητική του γράφοντος, σε καμία περίπτωση δεν μειώνει ούτε προσπαθεί να αντικαταστήσει τους ανθρώπους του είδους. Και λέγοντας ανθρώπους του είδους, εννοούμε όλους εκείνους που έχουν σπουδάσει, έχουν εξασκήσει και αμοίβονται για το επάγγελμα του μουσικοκριτικού. Διαθέτουν δηλαδή τα απαραίτητα επαγγελματικά προσόντα για αυτή τη δουλειά. Στον αντίποδα, όλοι εμείς οι ταπεινοί Blogger που ερασιτεχνικά και ορμώμενοι απο την αγάπη μας και μόνο για τη μουσική, προσπαθούμε να μοιραστούμε τη χαρά που νιώθουμε όταν ανακαλύτπουμε έναν όμορφο ήχο ή ένα αξιόλογο τραγούδι. Ο ερασιτεχνισμός ενός Blogger βέβαια, μπορεί να χαράξει τη δική του γραμμή ως προς το είδος και τον τρόπο της κριτικής με μια εντελώς καινοτόμα μουσική αισθητική και έξω απο την καθεστηκυία πραγματικότητα των επι τούτου εργαζόμενων. Όσοι ασχολείστε εντατικά με το Blogging περί μουσικής, θα έχετε σίγουρα ακούσει επικριτικά λόγια για εκείνους που δεν ερευνούν σε βάθος τον εκάστοτε καλλιτέχνη που θέλουν να προτείνουν και απλά παραθέτουν μία ή δύο γραμμές αξιολόγησης. Παρόλα αυτά, εδώ στο "W Music Radio" και για όσο ακόμα θα υπάρχουμε ως ιντερνετική όαση μουσικής χωρίς διαφήμιση, αλυσίδες εταιριών και συμφερόντων προώθησης, μπορούμε με σιγουριά να υποσχεθούμε πως ότι κάνουμε θα συνεχίσουμε να το κάνουμε με μοναδικό κίνητρο μας την ανάγκη να ακούμε και να μοιραζόμαστε ποιοτική μουσική μαζί σας.
Η ανάγκη αυτή και η συνεχής αναζήτηση αξιόλογων μουσικών προτάσεων, μας οδήγησε αυτή τη φορά σε μια νέα ανακάλυψη. Έτσι, προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, ζητήσαμε απο την Roll Call Recordsπληροφορίες και βιογραφία για ένα άκρως ενδιαφέρον όπως αποδείχθηκε project, τους ON AN ON. Το τρίο απο το Σικάγο παραδέχεται πως είναι το αποτέλεσμα μιας μετάλλαξης της μπάντας με το όνομα Scattered Trees. Η στροφή προς τη νέα εποχή για εκείνους ήρθε μετά απο μια συνεργασία για Live με τον Miike Snow. Η επίσημη εκδοχή λοιπόν που γράφτηκε και στα εκεί περιοδικά μουσικής, ήταν ένας καυγάς μετά την εν λόγω συναυλία και η αποχώρηση δύο μελών του συγκροτήματος. Αν και στο βιογραφικό που λάβαμε η πραγματικότητα περιγράφεται εντελώς διαφορετικά, δεν είμαστε εμείς που θα το κρίνουμε. Αυτό που μετράει είναι το ότι αυτή η διάσπαση, όπως σχεδόν πάντα γίνεται αιώνες τώρα στην ανθρώπινη ιστορία, οδήγησε σε ένα εντυπωσιακό μουσικό αποτέλεσμα. Γιατί όμως να γυρίζεις στο παρελθόν ενώ μπροστά σου έχεις ένα πανέμορφο και πολλά υποσχόμενο μέλλον ;
Το κομμάτι που ακούς στην αρχή του άρθρου σε βάζει κατευθείαν στο θέμα και τον λόγο που γίνεται η σημερινή αναφορά στους ON AN ON. To "Ghosts" κυκλοφόρησε ως single μέσα στον Σεπτέμβριο, ενώ το ντεμπούτο άλμπουμ τους έρχεται στις αρχές του νέου έτους. Το συγκρότημα παίζει κατά τη γνώμη μου καλύτερα απο όταν ήταν πενταμελλές. Ίσως η απελεθέρωση δυνάμεων, ίσως η προσπάθεια για αντιστάθμιση των απωλειών ; Το βέβαιο είναι πως το κομμάτι ανήκει μέσα στα καλύτερα του 2012. Οι Nate Eisland, Alissa Eisland και Ryne Eswting κάνουν μια εισαγωγή που χαρακτηρίζεται απο έναν ρυθμικό, μηχανικά επαναλαμβανόμενο ήχο κιθάρας και κτύπων μέχρι να μπούν τα επιβλητικά φωνητικά και η μελωδία που κυριολεκτικά μουρμουρίζουν στο 50ό δευτερόλεπτο του κομματιού. Απο εκεί και πέρα, έχεις ξεχάσει πως ξεκίνησε και παραδίνεσαι στην πανδαισία ήχων. Μια μακρά κινηματογραφική ατμόσφαιρα απο μια indie μπάντα με κορυφώσεις και κατώτερα σημεία που επιβεβαιώνουν πως είναι οτι καλύτερο θα έχουμε ακούσει το 2012 στο συγκεκριμένο είδος αλλά και γενικότερα. Οι ON AN ON, ίσως σε λίγο καιρό να κοιτούν την ιστορία και την αφετηρία τους να ωχριά μπροστά στο τι έχουν πετύχει, γελώντας με τα παιχνίδια και τις γενεσιουργές συγκρούσεις που φέρνει η μοίρα όταν φυσικά τις εκμεταλευτείς σωστά και δε μασήσεις.. ENJOY M.A.
Λίγες φορές μου συμβαίνει να μην μπορώ να διαλέξω τραγούδι μέσα απο ένα δίσκο για παρουσίαση. Τις λίγες φορές που αυτό θα συμβεί, θα συμβεί οχι επειδή το άλμπουμ πλησιάζει τα όρια του κλασικού δημιουργήματος αλλά επειδή όλα τα κομμάτια σε αυτό το δίσκο είναι τόσο αρμονικά δεμένα μεταξύ τους, που διαλέγοντας ένα και «απομονόνωντας» το για σχολιασμό, θα χαλάσω μια πανέμορφη αλυσίδα. Ένα υπέροχο πάζλ του οποίου η συνεκτικότητα δεν πρέπει να σπάσει. Αν φυσικά το ακούσεις μονορούφι με όλα του τα κομμάτια μαζί, θα πιάσεις τους ήχους και τα νοήματα που ο καλλιτέχνης θέλει να περάσει. Μικρός πρόλογος για ένα άλμπουμ που ανέλπιστα με έκανε να επαναφέρω στο νού μου ευχάριστες εικόνες απο Αμερικάνικες ταινίες. Με σκηνές από κατακόκκινα ηλιοβασιλέματα, απέραντες αμουδιές, σέρφερς και μουσική της δεκαετίας των 60's, όταν οι σκονισμένες μπότες, το Electro Folk και το Psych / Surf Rock ήταν στα καλύτερα τους.
Δεν θα προσπαθήσω αυτή τη φορά να είμαι αφοριστικός ως προς τις συγκρίσεις με άλλους καλλιτέχνες. Οφείλω ότι μου φέρει στο μυαλό αυτό που ακούω, να το μεταφέρω, να το αξιολογήσω, να θέλω να μάθω και τη δική σου γνώμη. Καλώς ή κακώς η μουσική είναι μία και πολλοί οι μνηστήρες της για τα είδη και τις παραλλαγές της. Οι Allah-Las θυμίζουν Kinks, Zombies καιBob Dylan (ιεροσυλία;). Το τραγούδισμα του Miles Michaud που επίσης κρατά και κιθάρα, μου θύμησε σε αρκετές στιγμές τον θρύλο των Stones,Mick Jagger όταν τότε άφηνε παρακαταθήκες. Κάθε εποχή έχει τις δικές της μυρωδιές όμως και φαίνεται πως ήρθε η σειρά του τετραμελούς συγκροτήματος απο την California να σκορπίσει μουσικές ευωδίες. H πρώτη σοβαρή επαφή με τις μουσικές τους έγινε με ένα Single ονόματι "Tell Me (What's on Your Mind)" που ήρθε σε κυκλοφορία στις αρχές του 2012. Το κομμάτι αν και άφηνε μια ευχάριστη ηχητικά γεύση, ζητούσε με στιχουργικό παράπονο να μάθει τι υπάρχει στο μυαλό του, στο μυαλό της. Έτσι λοιπόν και η πρώτη τους ολοκληρωμένη δουλειά που ήδη έχουμε στα χέρια μας. Ένα φαινομενικά χαρμόσυνο σύνολο, αφού το άλμπουμ τελικά συνδυάζει στιγμές αγάπης αλλά και λύπης. Στιγμές όπως στο "Catalina" που κρατά μέσα του σημεία μιας ελκυστικής θλίψης και απελπισίας που η μπάντα δε θα μπορέσει να μην εξωτερικεύσει. Ίσως να θέλουν να δείχνουν ρομαντικοί και ονειροπόλοι όμως αυτό δεν γίνεται να κρατήσει περισσότερο, με σιγουριά θα κούραζε. Τόσο προφανές και τόσο εύκολο να το καταλάβεις, τέσσερις Καλιφορνέζοι που θέλησαν να γράψουν μουσική για την αγάπη. Όμορφα ειλικρινείς και ευάλωτοι, οι Allah-Las παραδίδουν ένα άλμπουμ που ακούγεται συνολικά, με όλα του τα κομμάτια μαζί χωρίς να λείπει κανένα απο αυτό το ταξίδι που μας ξαναγυρνά στα 60's. Eίμαι σίγουρος πως προσπαθώντας να φέρουν μαζί τους μία αύρα απο τις αξέχαστες εποχές των Beach Boys, σήμεραθα τους έκαναν υπερήφανους για αυτό που τελικά καταφέρνουν με τις δικές τους πινελιές. ENJOY M.A.
Η αλήθεια είναι πως όσα χρόνια ασχολούμαι με την Indie Rock σκηνή, τα Γαλλικά συγκροτήματα του είδους που ήρθαν δυναμικά στο προσκήνιο, ήταν ελάχιστα. Μιλαώ πάντα για αυτά που ήταν ευρέως γνωστά στο κοινό και αποτέλεσαν σήμα κατατεθέν για τη Χώρα, παρόλο που συνήθως ο στίχος τους ήταν ξενόγλωσσος και δη Βρετανικός. Πέρα λοιπόν απο τους Phoenix τους οποίους αγαπώ πολύ, τον Manu Chao που λίγοι γνωρίζουν οτι είναι Γάλλος ασχέτως αν εκείνος τραγουδά Ισπανικά, πορτογαλλικά και αράβικα και τους Tahiti 80 που είναι αρκετά παλιοί στο είδος και αξιολογότατοι, η Γαλλική Indie Rock σκηνή δεν έχει να επιδείξει κάτι το ιδιαίτερο. Όπως όμως θα έχεις πολλάκις διαπιστώσει, αν είσαι συχνός επισκέπτης της σελίδας αυτής αλλά και ακροατής του W Music Radio, μας ελκύουν νέοι καλλιτέχνες και γενικότερα ότι καινούργιο γίνεται και δημοσιοποιείται κυρίως μέσω διαδικτύου. Αυτή τη φορά, στο επίκεντρο βρίσκεται μια νεότατη μπάντα απο το Παρίσι με το όνομα Apes & Horses.
Η πρώτη τους εμφάνιση γίνεται στις αρχές του τρέχοντος έτους περίπου, με ένα κομμάτι που δεν αποτέλεσε, πάντα εκφράζοντας προσωπική εκτίμηση, κάτι το αξιοσημείωτο απο πλευράς καινοτομιών ήχου. Το "Miracle" λοιπόν ήταν αυτό που τους «έφερε» σε περιοδεία μαζί με τους Wu Lyf (indie rock συγκρότημα απο το Manchester). Η περιοδεία τελειώνει και οι Apes & Horses κυκλοφορoύν στο διαδίκτυο ένα καταπληκτικό δίδυμο κομματιών κάνοντας δικαιολογημένα τους σχετιζόμενους με το είδους να ρωτούν για αυτούς. Τα "Magenta" και "The Fields" αποτελούν την αιτία της σημερινής μας αναφοράς. Δικαίως βέβαια αφού όλα πάνω τους είναι αξιοπρόσεκτα όμορφα, κινούμενα πάντα μέσα σε ένα Lo-Fi αισθητικά «δωμάτιο». Η σύνθεση, η ενορχήστρωση, τα τύμπανα, το μπάσο και φυσικά τα υπέροχα φωνητικά που εναρμονίζονται απόλυτα με το μαλακό παίξιμο της κιθάρας. Το "The Fields" που είναι και το κομμάτι τίτλος του άρθρου, θα το αφήσω στη κρίση των δικών σου αυτιών γιατί καμιά φορά η πολλή προσπάθεια για ανάλυση αποσπά τη προσοχή απο τη μουσική. Να επισημάνω εδώ τον κίνδυνο, το γκρούπ ηχώντας ήδη εξαιρετικά ποιοτικά και έχοντας υπόψη οτι κάνει μόλις τα πρώτα του βήματα, να μην είναι το ιδανικότερο ξεκίνημα για μια μετέπειτα εξελικτική πορεία καθώς θα του μένουν μικρά περιθώρια ανέλιξης. Για τη περίπτωση που δεν πρόβλεπω σωστά, νιώθω ήδη τυχερός και ικανοποιημένος για το οτι τους ανακαλύψαμε.
Θα θυμάσαι όταν οι γονείς σου, σου διηγούνταν για τα βιώματα και τις ζωές τους ξεκινώντας με τη γνωστή κλισέ φράση "Όταν εμείς είμασταν νέοι, η ζωή ήταν πολύ πιο σκληρή απο το σήμερα.." Εκείνο στο οποίο στόχευε τότε μια τέτοια φράση, ήταν η συμπάθεια που επιδίωκε ο γονιός να κερδίσει απο τον εκάστοτε νέο που την άκουγε σε μια προσπάθεια να συγκρίνει το παρελθόν με το τώρα. Στόχευε δηλαδή στο συγκινησιακό συναίσθημα. Στη περίπτωση της μουσικής, οι Liphemra, για να μπώ εν τέλει στο σημερινό μας θέμα, χρησιμοποιούν με τον καλύτερο τρόπο τη φράση, "When We Where Young.." που εδώ έχει σκοπό επίσης το συναίσθημα. Κατά παράξενο τρόπο θα έλεγα, είναι σαν οι Liphemra να στέκονται απο πάνω μας ως άλλοι πανταχού παρόντες γονείς εκμεταλευόμενοι τα συναισθήματα που δημιουργούνται εντός μας δημιουργώντας στίχους όπως "Our parents always told us life would be no fun"..
Το όνομα Liphemra ακούγοντας ή βλέποντας το κάπου γραμμένο δε θα σου θυμήσει τίποτα. Τη δική μου περιέργεια ικανοποίησε ο ίδιος τους ο ατζέντης όταν σε mail τον ρώτησα για την καταγωγή του ονόματος. "Ephemera is the mother word" μου απάντησε. Εννοώντας έναν αναγραμματισμό - μπλέξιμο που έκανε η τραγουδίστρια στην Ελληνική λέξη "εφήμερος". Δε μπορώ να πώ οτι με άφησε αδιάφορο όλο αυτό, αντιθέτως. Με έκανε να ασχοληθώ με περισσότερη προσοχή με την ιδιότροπη σόλο καλλιτέχνιδα και δημιουργό Liv Marsico απο το Λος Άντζελες των Η.Π.Α. Ο ήχος της, γιατί αυτό μας ενδιαφέρει περισσότερο, μου θύμησε το Reckoner του 2007 απο Radiohead. Κατά τα άλλα, πολλά τα κινηματογραφικά στοιχεία ενώ όσο το κομμάτι ξετυλίγεται, η σκοτεινή του ατμόσφαιρα αναδεικνύεται όλο και περισσότερο. Oι στίχοι προτρέπουν "Come on, alright, lets go, gotta work a little harder.." μέχρι το ξέσπασμα των φωνητικών που με το στίχο "When we where young, our parents always told us.." κάνει το γύρισμα και αιτιολογεί την πηγή της καταπίεσης που μέχρι τότε κρατούσε μέσα της.
Το πιο εντυπωσιακό είναι οτι οι Liphemra καταφέρνουν τόσα πολλά διαθέτοντας τόσα λίγα. Αναμφισβήτητα τα φωνητικά της Liv είναι το μυστικό όπλο τους αφού είναι τόσο σωστά τοποθετημένα ώστε να παίρνουν όλο το ενδιαφέρον πάνω τους. Η μπάντα δεν έχει υπογράψει ακόμη σε κάποια ετικέτα ενώ δεν αφήνει πολλά περιθώρια για πληροφόρηση επί μελλοντικών κυκλοφοριών κρατώντας ένα μυστικιστικό ύφος όπως και στα τραγούδια της άλλωστε. Προσωπικά, θέτω σε πρώτο πλάνο και στην κρίση σου το remix που επιμελήθηκαν οι TAFT παίρνοντας όλα τα δυναμικά στοιχεία του "Young" και προσθέτοντας περισσότερο ρυθμό και λούπες που έδωσαν μια ηλεκτρονική υφή, ξαναχτίζοντας το κομμάτι απο την αρχή σε νέα Electro-Pop θεμέλια.
Ομολογώ πως δυσκολεύτηκα αρκετά να διαλέξω τα καλύτερα για τον μήνα Σεπτέμβριο. Δεν ήταν ο μεγάλος αριθμός των παραγωγών που μας έκαναν εντύπωση, ήταν η ποιότητα και η διαφορετικότητα τους. Καλή ακρόαση.
Η μουσική είναι φασαρία. Πως άλλωστε θα γινόταν να καταλάβεις οτι "κάτι τρέχει" αν δεν γινόταν φασαρία; Πως θα μπορούσες να τραβήξεις τη προσοχή κάποιου που είναι απορροφημένος απο κάτι ; Μόνο με φασαρία. Θα διαφωνήσω λοιπόν με αυτούς που υποστηρίζουν ότι απο το ραδιόφωνο μερικά κομμάτια θα πρέπει να αποκλείονται γιατί είναι «φασαριώζικα». Η μουσική είναι τρόπος έκφρασης, οχι τρόπος σιωπής και μέτρησης Decibel. Και οι Raveonettes, σε αυτό το άλμπουμ κάνουν φασαρία, κυριολεκτικά φασαρία. Ο νέος τους δίσκος ακολουθεί όσα ξέρεις για εκείνους εδώ και 9 συναπτά έτη, δηλαδή απο το 2003. Γρατζουνάνε ηλεκτρικές κιθάρες με περίτεχνο τρόπο κουβαλώντας ήχους απο τις δεκαετίες του 60 και του 70, μαζί με αρκετό θόρυβο και επιρροές απο Ροκ μπάντες όπως οι Velvet Underground.
Σήμερα, το κομμάτι "Observations" που σου παρουσιάζω, είναι ίσως το κορυφαίο κατά τη γνώμη μας, για το νέο τους άλμπουμ που σύντομα φτάνει στα δισκοπωλεία. Ο καινούργιος αυτός δίσκος είναι ο έκτος κατά σειρά και έρχεται να μας υπενθυμήσει πως δεν έγιναν τυχαία πασίγνωστοι. Κομμάτια σφραγίδες για το ύφος τους όπως τα "Love in a Trashcan", "Heart of Stone", "I Wanna Be Adored" και πολλά άλλα, ήδη αποτελούν την μουσική τους ταυτότητα. Το δίδυμο των Sharin Foo και Sune Rose Wagner απο τη Δανία μας παραδίδει ένα πλούσιο σε ήχους άλμπουμ με τη γνωστή και απαραίτητη ζοφερή θλίψη που τους χαρακτηρίζει, ενώ είναι ηχογραφημένο στο Los Angeles σε παραγωγή Richard Gottehrer των Blondies. Για πρώτη φορά όπως λένε οι ίδιοι σε συνεντεύξεις τους, χρησιμοποιούν πιάνο στις ηχογραφήσεις τους και ανακαλύπτουν πόσο πολύ τους ταιριάζει ο μελαγχολικός του ήχος. Παρόλα αυτά, η "πρωτοκαθεδρία" της κιθάρας παραμένει και είναι αυτή που διαμορφώνει και πάλι ένα πανέμορφο ύφος για το δίσκο. Ασαφή κιθαριστικά Reverb, βιαστικά αλλά απόλυτα εναρμονισμένα τύμπανα και όλα αυτά μαζί λαχταρούν να εκπέμψουν μια μελωδική νοσταλγία. "Observator", μια συλλογή παρατηρήσεων για όσα συμβαίνουν γύρω μας, γιατί η ζωή συμβαίνει παντού.
Το τελευταίο διάστημα δεν είναι τυχαίο το ότι ασχολούμαστε τόσο συχνά με Indie μπάντες και Alternative Rock συγκροτήματα. Κυκλοφόρησαν ήδη πολλά και εντυπωσιακά άλμπουμ μέσα στο τρέχον έτος. Ένα άλμπουμ από μία μπάντα με μικρή σχετικά προϊστορία είναι και αυτό στο οποίο ανήκει το κομμάτι που ακούς στην αρχή του άρθρου. Οι Grizzly Bear έρχονται ξανά από το Brooklyn των Η.Π.Α με νέα συλλογή, ακολουθώντας τα δύο Singles που η μπάντα είχε δώσει σε κυκλοφορία πριν λίγους μήνες. Αυτή θα είναι και η τέταρτη κατά σειρά απο το 2004 που ξεκίνησαν να δισκογραφούν σε Indie, Folk-Rock και Lo-Fi ύφος.
Είναι γεγονός πως η προηγούμενη τους δουλειά του 2009, πέρα από το απίστευτα όμορφο "Ready, Able" που ακούς στο τέλος του άρθρου, θα μπορούσε να σε κουράσει πολύ. Η προσοχή σου θα έπρεπε να είναι συνεχώς τεταμένη έτσι ώστε να καταφέρεις να μην χάσεις την δύσκολη ομολογουμένως αύρα των περισσότερων απο τα κομμάτια της. Συγκρίνοντας το τελευταίο άλμπουμ "Veckatimest" με το επερχόμενο "Shields" που βγαίνει σε κυκλοφορία την ερχόμενη εβδομάδα, θα βρείς την ίδια πολυπλοκότητα και τις ίδιες καθαρές σε ηχόχρωμα κιθάρες. Θα βρείς όμως και περισσότερη μελωδία. Μέσα στο χάος των ήχων που συνήθισες να ακούς απο την τετραμελή παρέα, θα δείς τελικά μια αρκετά επιτυχημένη προσπάθεια για εμβάθυνση στη μελωδία και τελικά χρησιμοποίηση της ενέργειας των φωνητικών του Ed Droste στην κατάλληλη ένταση. Αν και το τραγούδι κλείνει με έναν οχι ιδιαίτερα ελκυστικό τρόπο, αναβλύζοντας παραμορφωμένους ήχους και Delay ψυχεδελικής κιθάρας, αφήνει πίσω του ακριβώς αυτό που οι Grizzly Bear ήθελαν, έναν πιο up-tempo ρυθμό και μια πιο χαρακτηριστική μελωδία. Βάλε τα πάντα στην άκρη και με καθαρό νου άκουσε επίσης και το πρώτο Single "Sleeping Ute" που είναι απο τις κορυφαίες επίσης στιγμές αυτού του δίσκου.
Μια από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις αυτής της χρονιάς είναι και το νέο άλμπουμ των The Heavy που κινούμενοι στα μουσικά άκρα της Ninja Tune, όσο αφορά το είδος της κυκλοφορίας και του τι κυκλοφορεί συνήθως το Label, παρουσιάζουν ίσως την πιο μεστή τους δουλειά μέχρι τώρα. Ξεκινώντας απο το 2007 και με τον πρώτο τους δίσκο «Great Vengeance And Furious Fire», οι The Heavy καθόρισαν τα δεδομένα για αυτούς. Η χαρισματική φωνή του Kelvin Swaby, εναλλάξ κινούμενη μεταξύ Marvin Gaye και Curtis Mayfield, αποτελεί τη σφραγίδα και το υπερόπλο της μπάντας. Δεν είναι τυχαίο οτι βρίσκουν τρόπο να παρουσιάζουν μπροστά απο όλα, πέρα από την σωστότατη ενορχήστρωση, τα φωνητικά του έγχρωμου τραγουδιστή τους. Παρόλα αυτά, για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, το άλμπουμ πάει μέτρια και ο λόγος ήταν το οτι παρόλο που η μπάντα έπαιζε μια Funk-Rock με αξιώσεις, επαναπαύθηκε στο όνομα και μόνο της μεγάλης Ninja Tune.
Ήταν φανερό ότι οι Βρετανοί δεν είχαν πεί την τελευταία τους κουβέντα και ας μην είχαν λάβει τότε επαρκή χρόνο προβολής στα τηλεοπτικά δίκτυα των Η.Π.Α που κατά κόρον προβάλουν αυτά τα είδη της μουσικής. Το 2009 λοιπόν, επανέρχονται με 10 καινούργια κομμάτια σε ένα άλμπουμ με τίτλο «The House That Dirt Built». Εκπληκτικό ! Κριτικοί μουσικής και ειδήμονες δεν μπορούν να καταλάβουν πως το συγκρότημα καταφέρνει να συνδυάσει τόσα είδη και επιρροές σε ένα στύλ και έναν δίσκο. Soul, Garage, Punk, James Brown, Hendrix και ροκαμπιλιές είναι οι διαδρομές που ακολουθούν για να σχηματίσουν το σύνολο και την εικόνα τους με κορυφαία κομμάτια αυτή τη φορά το «How You Like Me Now?» που γίνεται επιτυχία και το «Short Change Hero» που κατά τη γνώμη μας είναι ίσως το peak αυτού του δίσκου.
Δεν θα σε ταλαιπωρήσω όμως άλλο με διήγηση. Σήμερα ακούς το «Be Mine» και οι The Heavy έχουν νέα δουλειά. Θα πάω κατευθείαν στο "ζουμί" αφήνοντας πίσω τα singles που κυκλοφόρησαν πριν την πρώτη επίσημη στα δισκοπωλεία. Φαίνεται πως η μπάντα δε χρειάζεται πλέον, ή δεν έχει την ανάγκη της δισκογραφικής, ο ήχος ολοκληρώνεται μεγαλοπρεπώς με κορυφαίες στιγμές περισσότερες απο όσες θα περίμενες. Πιο ραδιοφωνικοί και με τη καθαρή Soul φωνή απο τον συνήθη ύποπτο Kelvin είναι μια ομάδα πλήρως συνειδητοποιημένη για το τι κάνει. Για την Hip Hop, την Funk, τη Rock και τα Blues που μιξάρει καταθέτοντας ψυχή. Λίγες Βρετανικές μπάντες κατόρθωσαν να μιμηθούν τόσο καλά μουσικές του Νοτιοαμερικάνικου Rock. Το πάρτυ με το τσάι έχει τελειώσει και τη θέση του πήρε το πάρτυ με τις ροκιές και τις αλητίες των λυκειόπαιδων. Τραγούδια που μας άρεσαν και ξεχωρίσαμε είναι τα «Curse me Good», «Blood Dirt Love Stop» και «Be Mine» το οποίο ακούς στην αρχή του άρθρου. Καθόλου άσχημα αλλά αντίθετα πολύ σοφά φέρνει πολύ στο μυαλό μου εικόνες απο Amy Winehouse που συμπληρώνουν άριστα το σκηνικό για τους The Heavy. Φαντάσου να μπορούσες να έχεις όλες τις αγαπημένες σου μπάντες σε μία, οι The Heavy είναι αυτό ακριβώς.
Η τελευταία εμφάνιση τους ήταν το 2010 όταν με το άλμπουμ τους "Gemini", άφησαν συγκεχυμένες εντυπώσεις, τουλάχιστον σε όσους περίμεναν κάτι παραπάνω απο μια μπάντα με Indie προσανατολισμό και Dream Pop ύφος. Απο εκείνο το δίσκο τα κομμάτια που ξεχώρισαν απο τον μέτριο ομολογουμένως ήχο του, ήταν το "Confirmation" και το "Our Composition Book" που κατάφερναν να σου μείνουν για ώρες αφού τα είχες ακούσει. Ο καιρός πέρασε και όπως συνήθως γίνεται με τις μπάντες που δεν θέλουν να μένουν στο περιθώριο, οι Wild Nothing επανήλθαν. Αυτή τη φορά έρχονται με έναν ήχο που τους ταιριάζει περισσότερο, με περισσότερα synths, όμορφα τύμπανα, φυσικά όργανα και λιγότερο απροσδιόριστες γραμμές στη σύνθεση που είναι πλέον μετρημένη και έχει σκοπό. Σκοπό να σε παρασύρει στην Dream Pop που τώρα πια γράφουν με αξιώσεις.
Οι Wild Nothing οφείλουν την ύπαρξη τους σε έναν εικοσιενάχρονο Αμερικάνο απο τη Virginia των ΗΠΑ, τον Jack Tatum. Η ιστορία τους μέχρι στιγμής μικρή, αφού υπάρχουν απο το 2009 και απο τις τότε προσπάθειες του Jack να διασκευάσει Kate Bush με έστω και μικρή αναγνώριση. Μια αναγνώριση που έφερε συμβόλαιο με την Captured Tracks με την οποία συνεργάζονται μέχρι και σήμερα. Το "Nocturne" δεν είναι ένα βαρετό και easy listening άλμπουμ. Η νέα δουλειά της μπάντας απέχει πολύ απο τον εαυτό που παρουσίασαν πριν 3 χρόνια. Εκτός του ότι ο δίσκος περιέχει τουλάχιστον 5 κομμάτια που αξίζουν της προσοχής σου, πλέον εδώ κατά τη γνώμη μας, οι Wild Nothing βρίσκουν τον πραγματικό τους εαυτό. Μια υποτονική, συγκρατημένη ατμόσφαιρα που έχοντας και τον παραπλανητικό τίτλο Nocturne, δηλαδή νυχτερινός και με κομμάτια όπως το Shadow (αυτό που θα ακούσεις στην αρχή του άρθρου) και το Midnight Song παραπέμπουν σε εντελώς διαφορετικές εικόνες απο αυτές που τελικά σου δημιουργεί ο δίσκος. Το κομμάτι που αποτέλεσε την αφορμή της αναφοράς μας είναι το Shadow που ενώ ξεκινά νωχελικά, μεταπηδά απότομα σε ένα δυνατό Pop κομμάτι με ισπανικές κιθάρες, χαρακτηριστικά κρουστά και τα βελούδινα φωνητικά του Tatum που αφήνουν τα απαραίτητα κενά για να ξετυλιχθεί η μελωδία. Ένα βαθιά συναισθηματικό τραγούδι που δεν ακολουθεί την τυπική δομή αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και παράδειγμα ενορχήστρωσης. Σίγουρα ένα θαυμάσια γραμμένο κομμάτι που ανοίγει με τον καλύτερο τρόπο ένα άλμπουμ που στο σύνολο του αξίζει να σε σηκώσει για να το ακούσεις.
Ο σκοπός και προορισμός κάθε καλλιτέχνη θα πρέπει να είναι μια διαρκής μετάλλαξη μέχρι να προσεγγίσει την τελειότητα. Την κάθε είδους τελειότητα, είτε αυτή είναι η κατάκτηση της πνευματικής σοφίας είτε η κατάκτηση στόχων που ετέθησαν απο τον ίδιο κατά τη διάρκεια της πορείας του. Και λέμε μετάλλαξη γιατί καλλιτέχνης σημαίνει συλλογή εμπειριών και όχι ευθεία ανιαρή πορεία. Προλογίζοντας λοιπόν έναν δίσκο στον οποίο είδα να συμβαίνει «μπροστά» μου μια τόσο απλή αλλά συνάμα και τόσο θαυμαστή μετάλλαξη, τη μουσική μετάλλαξη του Γιώργου Μπρατάνη ή αλλιώς "Cayetano". Και χωρίς υπερβολή ήταν η κατάλληλη στιγμή βάζοντας το δισκάκι να παίξει, να ακούσεις κάτι διαφορετικό απο τα τόσα κατά τα άλλα ομορφά άκουγες μέχρι σήμερα απο τον συγκεκριμένο Καλλιτέχνη, με όλη την έννοια που περικλείει ο όρος «Καλλιτέχνης».
Γεννημένος και μεγαλωμένος στη Θεσσαλονίκη είχε απο πολύ μικρός το μικρόβιο που μεταδίδει μέχρι σήμερα μέσα απο Κυκλοφορίες, Ρεμίξ, DJ Sets και πρόσφατως με την άκρως επιτυχημένη Cayetano Live Band που όντως σαρώνει όπου και αν βρεθεί επι σκήνης. Το 1999 και μετά απο ένα ατύχημα που έχει με τη βέσπα του, γλυτώνει κυριολεκτικά απο του χάρου τα δόντια και βλέπει τα πράγματα γύρω του διαφορετικά. Και δεν εννούσε μόνο τη μουσική. Το 2000, με αφορμή ένα καυγαδάκι με το έτερον ήμισυ, αντί να αναζητήσει παρηγοριά στο σπίτι του κολλητού του, αναζητά ανάταση πνεύματος και φεύγει για Ολλανδία. Μουσικός δραπέτης, ταξιδευτής και λάτρης της Dub, της Trip - Hop και της Electronica, το 2001 μετακομίζει στη Βαρκελώνη όπου και ξεκινά το project "Cayetano". Έκεί γράφει μουσική για θεατρικές παραστάσεις και ταινίες και ρεμιξάρει γνωστούς μουσικούς παραγωγούς. Το 2003 επιστρέφει στη Πατρίδα και κυκλοφορεί την πρώτη του ολοκληρωμένη δουλειά "Focused" στη Γερμανική "Kinky Lounge".
Ακολουθούν δύο δίσκοι σταθμοί για την καριέρα του στην Etage Noir του Αυστριακού Parov Stelar. "Up and Down" (2008) και "The Big Fall" (2009) δεν τον κάνουν απλά γνωστό εντός και εκτός συνόρων αλλά φτάνει να θεωρείται τουλάχιστον ανενημέρωτος και εκτός μουσικής πραγματικότητας οποιοσδήποτε ραδιοφωνικός σταθμός του είδους δεν έχει "ψαρέψει" ακόμα τις μουσικές του Cayetano. Τα είδη της μουσικής του εμπλουτίζονται διαρκώς με μελωδίες που δένουν τη συνταγή όπως η Jazz, Funk, Break Beat, Down Tempo και Latin με αποκορύφωμα το δισκάκι "Back Home" στην Klik Records το 2010 που έρχεται να θυμίσει σε όσους ασχολούνται με το "Freestyle" είδος πως ο Γιώργος περπατά σε έναν δρόμο που φτιάχνει ο ίδιος για τον εαυτό του. Έναν πολύχρωμο ακουστικά δρόμο όπου δεν χρειάζονται πεπατημένες και οδηγίες χρήσης και πάνω απο όλα τον ορίζει ο δημιουργός με μόνο του όπλο την ποιότητα των τραγουδιών και όχι την κοινώς αποδεκτή ρυθμολογία που οι περισσότεροι ακολουθούν σχεδόν τυφλά.
Αξίζουν άραγε τόσα ιστορικά στοιχεία για τον Cayetano ; Ναι, αξίζουν! Παρότι αρκετά, είναι χρήσιμα για να καταλάβει κανείς το σήμερα του εν λόγω παραγωγού. Στο τελείωμα του καλοκαιριού είμαι εδώ για να σου μιλήσω για τον νέο του δίσκο και πάλι απο την Klik Records αυτή τη φορά μέσα απο το Sublabel (Θηγατρική) της "Pale Sounds" που πρόκεται να "τρέξει" υπο την επίβλεψη του ίδιου. H καταξιωμένη ετικέτα, την οποία ευχαριστούμε πολύ, μας έδωσε τη δυνατότητα να το ακούσουμε και να το προλογήσουμε. Μεταλλαγμένος πια σε έναν Uptempo και χαρούμενο ήχο, ο Cayetano αφήνει πίσω την εντελώς Dub πλευρά των όσων ηχογραφούσε μέχρι σήμερα, κρατώντας όμως δείγματα της όπως με το μεθυστικό "Never Gonna Happen Twice". Στα τραγούδια που ξεχωρίσαμε βρίσκεται τo ανεβαστικό "Fire On Babylon" που ίσως θα έπρεπε να είχε κυκλοφορήσει και ως Single πριν την επίσημη κυκλοφορία αφού είναι ένα άκρως καλοκαιρινό χορευτικό κομμάτι. Επίσης, το "There is a Sky Now" που παρότι Downtempo το διαπερνά η ελπίδα και ο μεσημεριανός ήλιος απο τον οποίο λέει ο ίδιος οτι το εμπνεύστηκε. Κατά τη γνώμη μας, οι κορυφαίες στιγμές του άλμπoυμ είναι δύο κομμάτια. Αυτά που θα βρείς στο 10 και 12 του δίσκου αντίστοιχα. Το "Night Without Stars" με τα φωνητικά του George Perin μου θύμισε πολύ έντονα τις κιθάρες των Smokie των 70's στο We're Flying High μπλέκοντας Pop και Rock σε μια καθαρή σειρά απο νότες που γρήγορα σου δίνουν να καταλάβεις πως στο κομμάτι έχει γίνει πολλή δουλειά. Το "Cirlcle Of Life" με παρέσυρε οχι μόνο με τον έξυπνο στίχο αλλά και με την υπέροχη γλυκιά μουσική του. Ίσως όσα διαβάζεις να σου φαίνονται κενό γράμμα χωρίς να έχεις στα χέρια σου και τα αυτιά σου τον δίσκο, θα συμφωνήσω. Δε μένει παρά να τα επιβεβαιώσεις ή να διαφωνήσεις στις 17 Σεπτεμβρίου που πλέον θα μπορείς να το βρείς στα δισκοπωλεία. Ένας νεός Cayetano, πιο προσιτός αλλά όχι απομακρυσμένος απο την ποιότητα και τη σκληρή δουλειά που μας είχε συνηθίσει. Ένας Cayetano που δεν αφήνει αμφιβολία σε κάποιον που ξέρει να διακρίνει το πυροτέχνημα απο την σταθερή αξία, ότι είναι ένας άριστος επαγγελματίας που καταλήγει κάθε φορά σε θετικό πρόσιμο ξεπερνώνας τον μέσο όρο που άλλοι καλλιτέχνες αδυνατούν να αντιληφθούν πως παραμένουν εκεί γιατί επιμένουν να αναμοχλεύουν τα ίδια και τα ίδια υλικά.
Απο τις περιπτώσεις κομματιών που η πηγή δεν έχει καμία σχέση με το αποτέλεσμα της διασκευής. Σπάνιο αλλά συμβαίνει και αυτό, όπως στο τραγούδι που θα σου παρουσιάσω. Ομολογώ πως παρόλο που ενώ χρόνια τώρα Ιάπωνες καλλιτέχνες όπως ο Hiroshi Watanabe, o Satoshi Fumi ή ο Satoshi Tomie μας έχουν χαρίσει φοβερές ηλεκτρονικές μουσικές, δεν περίμενα με τίποτα να ακούσω Indie παραγωγές απο Ιαπωνικά συγκροτήματα που μάλιστα βγαίνουν και εκτός συνόρων. Δύσκολο εδώ που τα λέμε να βρείς ακόμη και πληροφορίες στο διαδίκτυο για εκείνους. Η αφορμή για μεγαλύτερη δημοσιότητα για τους "Quattro" δεν ήταν φυσικά το Original του "Last Dance", ήταν η πανέξυπνη διασκεύη απο τους Σουηδούς "Museum of Bellas Artes". Να σου πώ εν τάχει λοιπόν οτι οι "Quattro" που δεν θα πάρουν τα εύσημα σήμερα καθώς δεν βρίσκω κάτι ιδιαίτερο στη μουσική τους, είναι μια τετραμελής κολεγιακή Indie Rock μπάντα που δημιουργήθηκε το 2005 με ήχο και επιρροές από είδη όπως η Country, τα Blues και η Pop-Rock.
To Last Dance είναι λοιπόν απλά μια ευχάριστη Indie Pop Funky μελλωδία της σειράς, για όσους φυσικά έχουν συνηθίσει τα αυτιά τους σε παρόμοιες δημιουργίες. Την έκπληξη θα κάνουν οι Σουηδοί Museum of Bellas Artes που σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν όντως ρεμίξαραν το ίδιο κομμάτι ή ο τίτλος είναι απλή συνωνυμία. Πραγματικά, ακούγοντας τα το ένα μετά το άλλο, δεν θα βρείς κάτι στο ρεμίξ που να σου θυμίσει τo original. Οι Σουηδοί για τους οποίους οφείλω μερικά λόγια παραπάνω, γράφουν δροσερές και εθιστικές μουσικές όπως το "Bear Clubs" που μπορείς να ακούσεις στο τέλος του άρθρου και φέρνει αρκετά σε Florence & The Machines. Δεν κάνουν όμως μόνο αυτό καλά, ξέρουν και πώς να διασκευάζουν κομμάτια δίνοντας τους τη μαγική δημιουργική «κλωτσιά». Το γενικό ύφος του κινείται σε Downtempo ρυθμό με τα αυξομειούμενης έντασης φωνητικά της Alice Luther Näsholm, να έρχονται απο τα βάθη του κομματιού αντηχώντας πλάι σε μια Reggae Dub ροή. Μαεστρία ; Επιδίωξη ; Τύχη και συγκυρία ; Ονόμασε το όπως θέλεις αφού όπως και να'χει, το αποτέλεσμα σε αφήνει άναυδο. Σε τραγούδια σαν και αυτό, τα πρώτα 4-5 δευτερόλεπτα φτάνουν οχι για να αποφασίσεις αν σου αρέσουν, αλλά για να μπούν στα 4-5 αγαπημένα που έχεις στο μυαλό σου αυτόν τον καιρό.
Το να είσαι απλός τελικά σώζει απο πολλές κακοτοπιές. Αρχικά βέβαια απο τη κακοτοπιά του να είσαι υπερβολικός ή να παρεξηγηθείς και δευτερευόντως απο την κακοτοπιά να χάσεις τον στόχο σου. Εκπληκτικά απλό και στοχευμένο λοιπόν το Video Clip της Jessie Ware όπου μια κάμερα περιστρέφεται γύρω της πιάνοντας κάθε λεπτομέρεια των εκφράσεων της. Έτσι, βρίσκει έναν πολύ όμορφο τρόπο για να προωθήσει σιγά σιγά το πρώτο της Album που έρχεται μέσα στον Αύγουστο, με γενικό τίτλο "Devotion". Λονδρέζα και με «προυπηρεσία» στους συμπολίτες της και λάτρεις της Electronica, της Garage και του Dubstep "SBTRKT" ή αλλιώς Subtract. Η Jessie δεν είναι καινούργια στον χώρο. Μια χούφτα διαφορετικές συμμετοχές της σαν δεύτερη φωνή αλλα και μερικά σόλο, έφταναν για να την κατατάσουν και να την συγκρίνουν σήμερα με καλλιτέχνες όπως η Tracey Thorn, η Sade, και η Lisa Stansfield. Μεγάλη διάκριση σαφώς αλλά όχι άδικα, θα το καταλάβεις άλλωστε ακούγοντας την. Η 27χρονη Jessie ξεκίνησε τις σπουδές της στη δημοσιογραφία ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα της, ενώ γρήγορα την εγκατέλειψε για να συμμετάσχει σε περιοδεία μαζί με τον καλό της φίλο JackPenate, όπου καιαποκαλύφθηκε το πλούσιο ταλέντο της.
Είναι φανερό πλέον, η καλλιτέχνιδα έχει αφήσει πίσω της το style των SBTRKT και απο το Dub step και το καθαρά ηλεκτρονικό ύφος, περνά στην διάσταση του συναισθήματος. Η φωνή της απο μόνη της είναι ένας επαρκής λόγος για να της δώσεις σημασία και ας μην ξέρεις για καριέρα και συνεργασίες. Στο "Wildest Moments" που σήμερα σου παρουσιάζω το σκηνικό στήνεται με λεπτές πινελιέςπιάνουκαι μεγαλοπρεπή κρουστά. Το κομμάτι είναι μιαμαγευτική Pop - Electronica μπαλάντα,που συμπληρώνεται μετην εικόνατης Jessieως μια καλλιτέχνιδα που φαίνεται πως έχει τον πλήρη έλεγχοτων ικανοτήτων της. Αφού απολογηθώ για την καθυστέρηση στο να γράψω εγκαίρως για εκείνη θα κλείσω λέγοντας οτι πρόκειται σίγουρα για μια φωνή εκφραστική, μελαγχολικήκαι αβίαστακομψή. Η Ware έχει ήδη στεριώσει για τα καλά ως μια από τιςλαμπρότερεςελπίδες για κάτι δισκογραφικά αξιόλογο μέσα στο 2012.
You and I look like We come together every time Do wrongs, no rights We lose ourselves tonight...